«Δεν είμαι αρκετά καλή».
«Θα μπορούσα να είμαι καλύτερη».
«Οι άλλες τα καταφέρνουν καλύτερα από εμένα».
«Μήπως δεν αξίζω πραγματικά αυτή τη θέση, αυτή τη σχέση, αυτή την επιτυχία;»
Είναι σκέψεις που μπορεί να περνούν από το μυαλό μιας γυναίκας πολύ συχνότερα απ’ όσο θα φανταζόμασταν. Και το παράδοξο είναι πως μπορεί να εμφανίζονται ακόμη και όταν, αντικειμενικά, όλα δείχνουν ότι τα καταφέρνει.
Έχει μια καλή δουλειά, μια σχέση, μια οικογένεια, φίλους, στόχους που έχει πετύχει. Κι όμως, μέσα της υπάρχει μια φωνή που επιμένει: «Δεν είναι αρκετό».
Ο όρος «σύνδρομο του δεν είμαι αρκετή» δεν αποτελεί επίσημη ψυχιατρική διάγνωση. Περιγράφει, όμως, ένα πολύ πραγματικό μοτίβο σκέψεων και συναισθημάτων που συνδέεται με χαμηλή αυτοεκτίμηση, τελειομανία, φόβο αποτυχίας και διαρκή ανάγκη για επιβεβαίωση.
Γιατί μια γυναίκα μπορεί να αισθάνεται ότι δεν είναι αρκετή;
Η αίσθηση αυτή δεν εμφανίζεται από το πουθενά.
Μπορεί να έχει τις ρίζες της στην παιδική ηλικία, στον τρόπο με τον οποίο μεγαλώσαμε, στις προσδοκίες που δεχτήκαμε, στις συγκρίσεις που βιώσαμε ή στην ανάγκη να αποδεικνύουμε συνεχώς την αξία μας.
Μια γυναίκα που έμαθε από μικρή ότι πρέπει να είναι «η καλή μαθήτρια», «η υπεύθυνη κόρη», «η σωστή σύντροφος», «η τέλεια μαμά» ή «η επιτυχημένη επαγγελματίας» μπορεί μεγαλώνοντας να δυσκολεύεται να αποδεχτεί ότι δεν χρειάζεται να είναι τέλεια για να αξίζει.
Και κάπως έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος.
Πετυχαίνει έναν στόχο → αισθάνεται προσωρινά ανακούφιση → βάζει αμέσως τον επόμενο → φοβάται μήπως αποτύχει → προσπαθεί ακόμη περισσότερο → εξαντλείται → και τελικά πάλι αισθάνεται ότι δεν έκανε αρκετά.
Η σύγκριση με τις άλλες γυναίκες
Τα social media έχουν κάνει τη σύγκριση σχεδόν καθημερινή.
Βλέπουμε μια γυναίκα με επιτυχημένη καριέρα, ένα όμορφο σπίτι, ένα καλογυμνασμένο σώμα, ταξίδια, οικογένεια και μια «τέλεια» καθημερινότητα και, χωρίς να το καταλάβουμε, συγκρίνουμε τη δική μας πραγματικότητα με τη δική της επιλεγμένη εικόνα.
Το πρόβλημα είναι ότι συγκρίνουμε το παρασκήνιο της δικής μας ζωής με τη βιτρίνα κάποιου άλλου.
Και τότε μπορεί να γεννηθεί η σκέψη:
«Εγώ γιατί δεν τα έχω όλα αυτά;»
Η σύγκριση, όταν γίνεται συνεχώς, μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας.
Η παγίδα της τελειομανίας
Η τελειομανία συχνά παρουσιάζεται σαν προσόν. Και πράγματι, η προσπάθεια για βελτίωση μπορεί να είναι θετική.
Υπάρχει όμως διαφορά ανάμεσα στο «θέλω να γίνομαι καλύτερη» και στο «πρέπει να είμαι τέλεια για να αξίζω».
Στη δεύτερη περίπτωση, κάθε λάθος γίνεται προσωπική αποτυχία.
Ένα λάθος στη δουλειά δεν είναι απλώς ένα λάθος. Γίνεται «δεν είμαι αρκετά ικανή».
Μια δύσκολη μέρα ως μητέρα δεν είναι απλώς μια δύσκολη μέρα. Γίνεται «δεν είμαι καλή μαμά».
Μια διαφωνία στη σχέση δεν είναι απλώς μια διαφωνία. Γίνεται «κάτι κάνω λάθος».
Και αυτό είναι εξαντλητικό.
Όταν η επιτυχία δεν είναι ποτέ αρκετή
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημάδια είναι ότι η γυναίκα δυσκολεύεται να χαρεί πραγματικά για όσα έχει καταφέρει.
Παίρνει μια προαγωγή και σκέφτεται ότι «ήταν θέμα τύχης».
Κερδίζει έναν σημαντικό επαγγελματικό στόχο και αμέσως σκέφτεται ποιος είναι ο επόμενος.
Ακούει ένα κομπλιμέντο και δυσκολεύεται να το πιστέψει.
Κάποιος της λέει «μπράβο» και εκείνη απαντά μέσα της: «Αν ήξερε πόσο δύσκολο μου ήταν…».
Αυτό μπορεί να συνδέεται και με το λεγόμενο impostor phenomenon, δηλαδή την αίσθηση ότι δεν αξίζουμε πραγματικά την επιτυχία μας και ότι κάποια στιγμή οι άλλοι θα καταλάβουν πως «δεν είμαστε τόσο καλές όσο νομίζουν».
Η ανάγκη για επιβεβαίωση
Όταν δεν έχουμε σταθερή αίσθηση προσωπικής αξίας, μπορεί να αναζητούμε συνεχώς επιβεβαίωση από τους άλλους.
«Είσαι σίγουρος ότι τα πήγα καλά;»
«Σου αρέσει;»
«Είσαι θυμωμένος μαζί μου;»
«Λες να έκανα λάθος;»
Η γνώμη των ανθρώπων που αγαπάμε φυσικά και μας ενδιαφέρει. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η αυτοεκτίμησή μας εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από αυτή.
Τότε μια αρνητική κριτική μπορεί να μας διαλύσει, ενώ ένα κομπλιμέντο μπορεί να μας ανεβάσει προσωρινά.
«Όχι, δεν χρειάζεται να είσαι τέλεια»
Ίσως η σημαντικότερη αλλαγή ξεκινά όταν μια γυναίκα καταλάβει ότι η αξία της δεν είναι αποτέλεσμα μιας λίστας επιτευγμάτων.
Δεν χρειάζεται να είναι πάντα παραγωγική.
Δεν χρειάζεται να αρέσει σε όλους.
Δεν χρειάζεται να έχει όλες τις απαντήσεις.
Δεν χρειάζεται να είναι πάντα δυνατή.
Δεν χρειάζεται να κάνει τα πάντα σωστά.
Και κυρίως, δεν χρειάζεται να κερδίζει συνεχώς την αποδοχή των άλλων.
Πώς μπορεί να αλλάξει αυτή η σκέψη;
Το πρώτο βήμα είναι να αναγνωρίσουμε τη φωνή που λέει «δεν είμαι αρκετή» και να μην την αντιμετωπίζουμε ως αντικειμενική αλήθεια.
Όταν εμφανίζεται μια τέτοια σκέψη, μπορούμε να ρωτήσουμε τον εαυτό μας:
«Ποια στοιχεία έχω ότι αυτό που σκέφτομαι είναι πραγματικά αλήθεια;»
«Θα μιλούσα έτσι σε μια φίλη μου;»
«Μήπως απαιτώ από τον εαυτό μου κάτι που δεν θα απαιτούσα από κανέναν άλλο;»
«Τι έχω ήδη καταφέρει και ξεχνάω να αναγνωρίσω;»
Αυτές οι ερωτήσεις δεν εξαφανίζουν μαγικά την ανασφάλεια. Μπορούν όμως να μας βοηθήσουν να αμφισβητήσουμε τον αυτόματο τρόπο σκέψης.
Δεν χρειάζεται να γίνεις κάποια άλλη
Η αυτοπεποίθηση δεν σημαίνει να ξυπνήσεις ένα πρωί και να αισθάνεσαι ότι είσαι η καλύτερη σε όλα.
Σημαίνει να μπορείς να πεις:
«Μπορεί να μην τα κάνω όλα τέλεια, αλλά αυτό δεν μειώνει την αξία μου».
Να μπορείς να κάνεις ένα λάθος χωρίς να χαρακτηρίζεις ολόκληρο τον εαυτό σου αποτυχημένο.
Να μπορείς να πεις «δεν ξέρω».
Να μπορείς να ζητήσεις βοήθεια.
Να μπορείς να ξεκουραστείς χωρίς ενοχές.
Και να μπορείς να κοιτάξεις τη ζωή σου και να αναγνωρίσεις όχι μόνο όσα σου λείπουν, αλλά και όσα έχεις ήδη καταφέρει.
Γιατί τελικά, ίσως το μεγαλύτερο βήμα δεν είναι να γίνουμε «αρκετές».
Είναι να καταλάβουμε ότι δεν χρειάστηκε ποτέ να αποδείξουμε πως αξίζουμε.
Αν αυτή η αίσθηση ανεπάρκειας είναι επίμονη, προκαλεί έντονη δυσφορία ή επηρεάζει σημαντικά την καθημερινότητα και τις σχέσεις, η συζήτηση με έναν ειδικό ψυχικής υγείας μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά.

